Ιδιότητες μη ηλεκτρολυτικών διαλυμάτων

Από testwiki
Αναθεώρηση ως προς 00:28, 12 Οκτωβρίου 2008 από τον imported>Vchorozopoulos
(διαφορά) ← Παλαιότερη αναθεώρηση | Τελευταία αναθεώρηση (διαφορά) | Νεότερη αναθεώρηση → (διαφορά)
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γενικά

Πρότυπο:ΔΜΟρισμός

Οι ιδιότητες των μη ηλεκτρολυτικών διαλυμάτων διακρίνονται σε δυο κατηγορίες:

  1. Στις ιδιότητες που εξαρτούνται από το είδος των διαλυμένων ουσιών. Π.χ. η πυκνότητα, η ειδική θερμότητα, η επιφανειακή τάση, το ιξώδες, κ.ά..
  2. Στις προσθετικές ιδιότητες που εξαρτούνται μόνο από την ποσότητα και όχι το είδος των μορίων των διαλυμένων ουσιών. Οι σπουδαιότερες από αυτές είναι: η τάση ατμών, η ανύψωση του σημείου ζέσεως, η ταπείνωση του σημείου πήξεως και η ωσμωτική πίεση.

Η τάση ατμών και ο Νόμος Raoult

Πρότυπο:ΔΜΟρισμός

Συνήθως τα στερεά σώματα έχουν πολύ μικρή (σχεδόν αμελητέα) τάση ατμών στις συνηθισμένες θερμοκρασίες, ιδιαίτερα σε σύγκριση με την αντίστοιχη του νερού και των άλλων συνηθισμένων διαλυτών. Το γεγονός αυτό έχει ως συνέπεια το διάλυμα μιας ουσίας με αμελητέα τάση ατμών σε διαλύτη να προκαλεί την ελάττωση της τάσης ατμών του διαλύματος σε σχέση με αυτήν του καθαρού διαλύτη. Ποσοτικά αυτό το φαινόμενο εκφράζεται με τον ακόλουθο Νόμο του Raoult:

Πρότυπο:ΔΜΟρισμός

PP0=Nn+N

Ισοδύναμη με την παραπάνω είναι η ακόλουθη αχέση:

P0PP0=nn+N

Και επειδή: (ΔP)σχ=PoPPo, ισχύει:

(ΔP)σχ=nn+N

Για αραιά διαλύματα είναι: N+nN. Σ' αυτήν την περίπτωση προκύπτει ο απλοποιημένος τύπος Raoult:

(ΔP)σχ=nN

Ζεσεοσκοπία και κρυοσκοπία

Η ελάττωση της τάσης ατμών ενός διαλύτη από τη διάλυση μη πτητικής και μη ηλεκτρολυτικής ουσίας σ' αυτόν έχει ως άμεση συνέπεια δυο άλλα φαινόμενα που εξαρτώνται άμεσα από αυτήν (την τάση ατμών δηλαδή):

  1. Την ανύψωση του σημείου ζέσης του διαλύματος σε σχέση με αυτό του καθαρού διαλύτη.
  2. Την ταπείνωση του σημείου πήξης του διαλύματος σε σχέση με αυτό του καθαρού διαλύτη.

Για σχετικά αραιά διαλύματα η μαθηματική έκφραση των παραπάνω διατυπώνεται από τους παρακάτω τύπους:

Δθb=Kb1000mMm0
και
Δθf=Kf1000mMm0

  • Κάποιοι συγγραφείς προτιμούν να ενσωματώνουν το πρόσημο "-" στη σταθερά.

Πρότυπο:ΔΜΟρισμός

Η Ωσμωτική πίεση

Αρχείο:OsmoticPress.png
Αναπαράσταση πειραματικής διάταξης επίδειξης ωσμωτικής πίεσης

Η διάλυση μιας μη ηλεκτρολυτικής ουσίας στο νερό ή και σε άλλο διαλύτη πραγματοποιείται με την αμοιβαία διάχυση των μορίων της διαλυόμενης ουσίας ανάμεσα σ΄ αυτά του διαλύτη και του διαλύτη ανάμεσα σ' αυτά της διαλυόμενης ουσίας. Μεταξύ των μορίων του διαλύτη και της διαλυόμενης ουσίας αναπτύσσονται ελκτικές δυνάμεις συνοχής, που, όταν είναι εφικτό, παίρνουν και τη μορφή ισχυρότερων δεσμών υδρογόνου. Οι δυνάμεις συνοχής σταθεροποιούν το διάλυμα και η αμοιβαία διάλυση το κάνουν ομοιογενές μίγμα. Αν όμως μεταξύ της διαλυόμενης ουσίας (ή ενός πυκνότερου διαλύματος αυτής) και του διαλύτη (ή ενός αραιότερου διαλύματος) τοποθετηθέί μια ημιπερατή μεμβράνη, δηλαδή μια μεμβράνη που επιτρέπει επιλεκτικά τη διέλευση μέσα απ' αυτήν μόνο των μορίων του διαλύτη, παρατηρείται το φαινόμενο της ώσμωσης:

Πρότυπο:ΔΜΟρισμός

Αποτέλεσμα της ώσμωσης είναι η ωσμωτική πίεση:

Πρότυπο:ΔΜΟρισμός

Το 1877 ο Pfeffer πρώτος παρατήρησε ότι η ωσμωτική πίεση είναι ανάλογη με τη συγκέντρωση C=mV του διαλύματος, σε σταθερή θερμοκρασία. Δηλαδή διατύπωσε τον ακόλουθο τύπο:

Π=k1C

Παρατήρησε ακόμη ότι είναι ανάλοηη και προς την απόλυτη (σε βαθμούς K) θερμοκρασία, όταν η συγκέντρωση είναι σταθερή. Δηλαδή διατύπωσε τον ακόλουθο τύπο:

Π=k2T

Το 1888 ο Van't Hoff παρατήρησε ότι υπάρχουν αναλογίες ανάμεσα στους νόμους που ισχύουν για τα ιδανικά αέρια (όπως τα ευγενή) και σε εκείνους που ισχύουν για αραιά διαλύματα και διατύπωσε για την ωσμωτική πίεση τον ακόλουθο τύπο:

Π=RCT

όπου R, η παγκόσμια σταθερά των αερίων.

Κολλοειδή μίγματα

Πρότυπο:ΔΜΟρισμός

Είναι φαινομενικά (δηλαδή φαίνοινται οπτικά ότι είναι) ομογενή μίγματα.

Ανάλογα με τη φάση (κατάσταση ύλης) που βρίσκεται το κύριο συστατικό (αυτό με τη μεγαλύτερη συγκέντωση) κολλοειδές διακρίνουμε αντίστοιχα αερολύματα, υγρολύματα (υδρολύματα, αν το κύριο συστατικό είναι το νερό) και στερεολύματα.

Παραδείγματα αερολυμάτων είναι ο καπνός, που προέρχεται από την ανάμιξη αέρα με καυσαέρια, πιθανά υδρατμούς, αιθάλη και τέφρα. Από τα συστατικά αυτά τα συστατικά του αέρα, τα καυσαέρια και οι υδρατμοί βρίσκονται στην αέρια κατάσταση, ενώ η αιθάλη και η τέφρα στη στερεή, με τη μορφή υπομικροσκοπικών σωματιδίων (μικρότερα από το ελάχιστο όριο ανίχνευσης με μικροσκόπιο).

Από τα υδρολύματα πιο συνηθισμένα είναι τα διάφορα γαλακτώματα (διασπορά ημιδιαλυτών στερεών και υγρών σε υγρό νερό) και ο αφρός (διασπορά ημιδιαλυτών αερίων σε υγρό νερό).

Πρότυπο:ΔΜΟρισμός

Τα μικκύλια μπορεί να είναι:

  1. Συσσωματώματα μορίων.
  2. Μικροκρύσταλλοι.
  3. Μεγαλομόρια (μόρια πολύ μεγάλου μοριακού βάρους και διαστάσεων, όπως πρωτεΐνες, πολυμερή, νουκλεϊκά οξέα, πολυσακχαρίτες και άλλα τέτοια).

Επίσης, ανάλογα με την ικανότητα ή όχι να προσροφούν μόρια του κύριου συστατιτού και να αυξάνουν το μέγεθός τους, διακρίνονται σε:

  1. Λυόφιλαυδρόφιλα, αν το κύριο συστατικό είναι το νερό) αν έχουν την ικανότητα να προσροφούν μόρια του κύριου συστατιτού και να αυξάνουν το μέγεθός τους.
  2. Λυόφοβαυδρόφοβα, αν το κύριο συστατικό είναι το νερό) αν δεν έχουν την ικανότητα να προσροφούν μόρια του κύριου συστατιτού και δεν αυξάνουν το μέγεθός τους.

Τα μικκύλια των κολλοειδών, ενώ είναι σχετικά μεγάλα και βαριά δεν καταβυθίζονται όπως θα περίμενε κανείς, γιατί απωθούνται αμοιβαία μεταξύ τους, επειδή έχουν εξωτερικά ομοειδές ηλεκτρικό φορτίο (θετικό ή αρνητικό).

Πρότυπο:ΔΜΟρισμός

Πρότυπο:ΔΜΟρισμός

  • Φυσικά ο όρος καταβύθιση έχει νόημα όταν τα πρώην κολλοειδή συστατικά είναι βαρύτερα από το κύριο συστατικό τους πρώην κολλοειδούς συστήματος. Αν είναι ελαφρύστερα τότε και πάλι απομακρύνονται, αλλά προς τα πάνω (π.χ. ως φυσαλίδες, αν είναι αέρια). Σε κάθε περίπτωση, με την κροκίδωση το συνολικό σύστημα παύει να φαίνεται ομογενές. Κι αυτό γιατί όταν με τη συσσωμάτωση τα τεμαχίδια των συστατικών ξεπεράσουν το άνω όριο των 10-4 cm, γίνονται ορατά πλέον.

Τόσο η βιολογική - βιοχημική, όσο και η τεχνολογική - βιομηχανική - εμπορική - οικολογική σημασία των κολλοειδών συστημάτων είναι τεράστια και αποτελούν πολύ σημαντικό και πρακτικά κλάδο της Φυσικοχημείας και κατ' επέκταση της Βιοχμείας, της Χημικής Τεχνολγίας, της Βιοτεχνολογίας, της Χημείας Περιβάλλοντος και της Αντιρρυπαντικής Τεχνολογίας.